Στη φετινή Μπιενάλε της Βενετίας το ελληνικό περίπτερο προβάλλεται ως μια εγκατάσταση που λειτουργεί ταυτόχρονα ως παιχνίδι, ως αρχιτεκτονικό σχόλιο και ως βιωματική αφήγηση. Το έργο με τίτλο Escape Room του Ανδρέα Αγγελιδάκη συναντά την αρχαία μνήμη και την queer αισθητική μέσα από έντονες εικόνες: πεσμένες κολόνες, μια φωτεινή πίστα, LED καθρέφτες και αναφορές στον Πλάτωνα, στο TikTok και στους Frankie Goes to Hollywood.
Η νέα συνέντευξη του δημιουργού στη Μπιενάλε φωτίζει την προσωπική πλευρά της εγκατάστασης και αναδεικνύει ότι το έργο δεν είναι απλώς μια θεατρική σύνθεση συμβόλων, αλλά προϊόν βαθιάς προσωπικής κατάρρευσης. Ο Αγγελιδάκης διηγείται ότι μέσα σε σύντομο διάστημα αντιμετώπισε τρία οδυνηρά γεγονότα: τον θάνατο του πατέρα του, τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης και τη διάγνωση με HIV. Τα γεγονότα αυτά, όπως εξηγεί, επέβαλαν μια μετατόπιση από την πρακτική της αρχιτεκτονικής στην τολμηρότερη θέση του καλλιτέχνη.
«Θάνατος, χρεοκοπία και HIV μέσα σε τρεις μήνες ήταν υπερβολικά πολλά»
Σε μεταγενέστερο χρόνο προστίθενται η αυτοκτονία της μητέρας του και το τέλος ενός γάμου 22 ετών — γεγονότα που διαπερνούν την εγκατάσταση και δίνουν στο έργο την αίσθηση ενός ανοιχτού τραύματος. Στο χώρο, οι κολόνες που κρέμονται ή σωριάζονται λειτουργούν όχι μόνο ως ειρωνικά ερείπια της κλασικής Ελλάδας αλλά και ως σιωπηρές μαρτυρίες κατάρρευσης. Η φωτεινή πίστα, με τη σειρά της, δεν είναι απλώς queer διακόσμηση: είναι ο ρυθμός που επιτρέπει στο κοινό να αντέξει το σκοτάδι πίσω από το έργο. Ο ίδιος ο δημιουργός το συνοψίζει με μια απλή αλλά καθοριστική παρατήρηση: χρειάζεται «λίγο Frankie Goes to Hollywood» για να επιβιώσει η εμπειρία.
Μνήμη, ιστορία και πολιτική του πένθους
Το Escape Room ενορχηστρώνει την ιστορία, την προσωπική απώλεια και την πολιτική μνήμη σε μια μορφή που αμφισβητεί την ουδετερότητα της αρχιτεκτονικής. Τα LED που ανακλούν τους επισκέπτες παραπέμπουν στο πλατωνικό σπήλαιο και στην σύγχρονη σύγχυση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εικόνα: ο θεατής βλέπει τον εαυτό του μέσα σε ένα σκηνικό όπου το παρελθόν και το παρόν συγκρούονται.
Το έργο λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα:
- Ως αυτοβιογραφική αφήγηση που επικοινωνεί πόνο και αντοχή.
- Ως σχόλιο για την εθνική ταυτότητα και την παράδοση, μέσα από τα συντρίμμια της κλασικής εικόνας.
- Ως queer παρέμβαση που εισάγει στο διεθνές πλαίσιο της Μπιενάλε θέματα φύλου, σεξουαλικότητας και κοινωνικής μνήμης.
Αυτή η πολλαπλότητα καθιστά το περίπτερο της Ελλάδας μια από τις πιο συζητημένες παρουσίες στην έκθεση: ένα έργο που δεν επιδιώκει να παρηγορήσει αλλά να προκαλέσει, να δώσει χώρο σε δυσάρεστες εμπειρίες και να τις κάνει αισθητά δημόσιες.
| Στοιχείο | Ρόλος στο έργο |
|---|---|
| Πεσμένες κολόνες | Σύμβολο κατάρρευσης και αναθεώρησης κλασικής κληρονομιάς |
| Φωτεινή πίστα | Μηχανισμός αντοχής, ρυθμός-αντίβαρο στο πένθος |
| LED καθρέφτες | Αναφορά στο σπήλαιο του Πλάτωνα, διάσπαση εικόνας/πραγματικότητας |
Η προσέγγιση αυτή θέτει ερωτήματα για τον ρόλο της εθνικής εκπροσώπησης σε διεθνείς θεσμούς τέχνης: πώς παρουσιάζει μια χώρα τους τραυματισμούς και τις αντιφάσεις της; Πόσο δεκτικό είναι το κοινό της Μπιενάλε σε ένα έργο που προτάσσει την ευθραυστότητα πάνω στην επιδεικτική μεγαλοπρέπεια;
Σε πολιτιστικό επίπεδο, το ελληνικό περίπτερο επιβεβαιώνει τη δυνατότητα της τέχνης να μετασχηματίζει το προσωπικό σε συλλογικό, και την ανάγκη να αναγνωρίζουμε στο έργο την ανθρώπινη ιστορία πίσω από τις φόρμες. Στην καρδιά του Escape Room δεν βρίσκεται ο εντυπωσιασμός αλλά η επιμονή: ο ρυθμός, το χιούμορ, το στοιχείο του dancefloor λειτουργούν ως μέθοδοι επιβίωσης απέναντι σε μια εμπειρία που, χωρίς αυτά, θα ήταν αβάσταχτη.