Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την έφεση πρώην μέλους της Αστυνομίας, ο οποίος ζητούσε πληρωμή για επιπλέον ώρες εργασίας που υποστήριζε ότι είχε πραγματοποιήσει ενώ υπηρετούσε στην Ειδική Υπηρεσία Προστασίας Προσωπικοτήτων (ΕΥΠΠ) κατά το διάστημα 1/1/2000–30/6/2001. Η υπόθεση, με χρονολόγηση που καλύπτει σχεδόν ένα τέταρτο αιώνα, είχε εξεταστεί από σειρά δημόσιων οργάνων και δικαστηρίων πριν φτάσει στην τελική απόφαση.
Πορεία της υπόθεσης και εμπλεκόμενες αρχές
Από την αρχική αξίωση μέχρι την τελική απόρριψη της έφεσης, η διεκδίκηση απασχόλησε την Αστυνομία, τη Νομική Υπηρεσία, την Ελεγκτική Υπηρεσία, το Διοικητικό Δικαστήριο και τελικώς το Ανώτατο. Ο ενάγων εμφανίστηκε ενώπιον του Ανωτάτου χωρίς συνηγόρο και έθεσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μεταβαλλόμενες απαιτήσεις όσον αφορά το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής.
Αντιφατικά στοιχεία και μεταβολές στη διεκδίκηση
Στην αρχική του προσέγγιση ο ενάγων βασίστηκε σε υπολογισμούς του Λογιστηρίου της Αστυνομίας που, σύμφωνα με την προσφυγή, αντιστοιχούσαν σε μεγάλο αριθμό ωρών υπερωρίας. Με αυτή την εκτίμηση η απαίτηση παρουσιαζόταν σε υψηλότερο ποσό, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ο ίδιος περιόρισε σημαντικά την απαίτηση σε άλλο νομισματικό μέγεθος. Στην απόφαση του δικαστηρίου επισημαίνεται ότι δεν υπήρξε σταθερή και συνεπής μέθοδος υπολογισμού των ετών και των ωρών που επικαλείτο ο ενάγων.
- Περίοδος διεκδίκησης: 1/1/2000–30/6/2001
- Διάρκεια διαδικασίας: περίπου 25 έτη
- Εμπλεκόμενοι φορείς: Αστυνομία, Νομική Υπηρεσία, Ελεγκτική Υπηρεσία, Διοικητικό Δικαστήριο, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο
Κεντρικό νομικό ζήτημα
Το δικαστήριο δεν προχώρησε σε λεπτομερή αριθμητικό επανυπολογισμό των ωρών, επειδή το βασικό ερώτημα που κρίθηκε ήταν αν ο ενάγων είχε νόμιμο δικαίωμα σε πληρωμή με βάση ατομική ωριαία υπερωριακή αμοιβή ή αν η αποζημίωση που είχε λάβει συνιστούσε κατ’ αποκοπή επίδομα που κλείνει το ζήτημα. Η κυβερνητική πλευρά προέβαλε ότι το μέλος της Δύναμης, το οποίο εκτελούσε μόνιμα υπερωριακά καθήκοντα στην ΕΥΠΠ, εμπίπτει σε σχετική διάταξη του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου (Κανονισμός 17(3)(β) της Κ.Δ.Π. 51/89), κατά την οποία η καταβολή συγκεκριμένου επιδόματος εξοφλεί ενδεχόμενες αξιώσεις για επιμέρους ώρες.
Συνέπειες και σημειώσεις
Η απόρριψη της έφεσης σημαίνει ότι δεν θα προκύψουν επιπλέον κρατικές πληρωμές προς τον ενάγοντα πέραν αυτών που έχουν ήδη καταβληθεί σύμφωνα με το κατ’ αποκοπή επίδομα. Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης την ανάγκη σαφούς και τεκμηριωμένης τήρησης στοιχείων ωρών εργασίας και των λογιστικών διαδικασιών όταν αφορούν διεκδικήσεις εργαζομένων στις κρατικές υπηρεσίες.
| Στοιχείο | Περιγραφή |
|---|---|
| Διεκδικούμενη περίοδος | 1/1/2000–30/6/2001 |
| Δικαστική πορεία | Αστυνομία → Νομική Υπηρεσία → Ελεγκτική → Διοικητικό Δικαστήριο → Ανώτατο |
| Αιτήματα ενάγοντα | Αρχικά υψηλότερο ποσό (βασιζόμενο σε ώρες), στη συνέχεια μικρότερο, μη σταθερό |
Η απόφαση του Ανωτάτου κλείνει, προς το παρόν, τον κύκλο των δικαστικών προσφυγών για την εν λόγω διεκδίκηση. Ο τρόπος διαχείρισης παρόμοιων υποθέσεων στο μέλλον πιθανόν να απαιτήσει διευκρινίσεις στις εσωτερικές διαδικασίες καταγραφής ωρών και στην εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών διατάξεων.