Σοβαρή προειδοποίηση του ΠΟΥ για το μέλλον της νόσου
Μία νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας επισημαίνει ότι τα νέα περιστατικά καρκίνου αναμένεται να αυξηθούν κατά 66,7% έως το έτος 2050, με τις χώρες χαμηλού και χαμηλομεσαίου εισοδήματος να σηκώνουν το κύριο βάρος της αύξησης. Η πρόβλεψη αποδίδει την άνοδο σε συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση παραγόντων κινδύνου και οι μεγάλες ανισότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας.
Πού θα είναι εντονότερη η αύξηση
Η έκθεση εντοπίζει τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην Αφρική και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου προβλέπεται διψήφια αύξηση που υπερβαίνει το παγκόσμιο μέσο όρο. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για προσαρμογή των εθνικών συστημάτων υγείας στις ιδιαίτερες δημογραφικές και επιδημιολογικές συνθήκες κάθε περιοχής.
«Το αν κάποιος θα επιβιώσει από τον καρκίνο δεν πρέπει ποτέ να εξαρτάται από τον τόπο όπου γεννήθηκε ή από το εισόδημά του», δήλωσε ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ.
- Η παγκόσμια αύξηση που προβλέπεται: 66,7%.
- Μεγαλύτερη αναμενόμενη αύξηση: Αφρική (125,2%) και Ανατολική Μεσόγειος (109,8%).
- Κεντρικοί παράγοντες: γήρανση, αύξηση παραγόντων κινδύνου (ρύπανση, παχυσαρκία, καθιστική ζωή, ανθυγιεινή διατροφή) και άνιση πρόσβαση σε διαγνωστικές/θεραπευτικές υπηρεσίες.
| Περιοχή | Προβλεπόμενη αύξηση ως 2050 |
|---|---|
| Παγκόσμια | 66,7% |
| Αφρική | 125,2% |
| Ανατολική Μεσόγειος | 109,8% |
Συνέπειες για την Ελλάδα και την πολιτική δημόσιας υγείας
Η εκτίναξη των περιστατικών, εκτός από ανθρώπινο κόστος, θα επηρεάσει και τις δομές υγείας: ανάγκη για επαρκή διαγνωστική ικανότητα, προσβασιμότητα σε θεραπείες και ισχυρά προγράμματα πρόληψης. Η έκθεση τονίζει ότι η υφιστάμενη εικόνα χαρακτηρίζεται από «βαθιές ανισότητες» στην επιβίωση, με παραδείγματα όπου η πενταετής επιβίωση για ορισμένους καρκίνους ξεπερνά το 85% σε πλούσιες χώρες και υποχωρεί κάτω από το 45% σε φτωχότερες. Αυτό σηματοδοτεί ότι πολιτικές και επενδύσεις μπορούν να αλλάξουν την έκβαση για πολλούς ασθενείς.
Για τη χώρα μας, το μήνυμα είναι σαφές: η ενίσχυση των προγραμμάτων πρόληψης, ο έλεγχος παραγόντων κινδύνου (όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση και η παχυσαρκία) και η βελτίωση της ισότιμης πρόσβασης σε διάγνωση και θεραπεία πρέπει να ενταχθούν κεντρικά στη στρατηγική υγείας, ώστε να μετριαστεί η επιβεβαιωμένη αύξηση των νέων περιστατικών.