Συναγερμός για επίμονους ρύπους μετά τη μεγάλη πυρκαγιά
Έντονη ανησυχία προκαλεί στη Θεσσαλονίκη το τοξικό νέφος που δημιουργήθηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο και μεταφέρθηκε με τον άνεμο σε ευρύτερες περιοχές της πόλης. Ο καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, Δημήτρης Μελάς, εστιάζει στις ουσίες που παράγονται από την ατελή καύση πλαστικών, επισημαίνοντας ότι πέρα από τους συνήθεις ρύπους, απελευθερώθηκαν ενώσεις υψηλής τοξικότητας που χρήζουν ειδικής μέτρησης και προσοχής.
«Ιδιαίτερα επικίνδυνες ενώσεις, όπως οι διοξίνες και τα φουράνια, προέρχονται από την ατελή καύση πλαστικών υλικών»
Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι συγκεκριμένοι ρύποι δεν καταγράφονται από τα τυπικά δίκτυα μέτρησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Πρόκειται για επίμονους ρύπους που μπορούν να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ατμόσφαιρα και να καταλήξουν στο έδαφος, με κίνδυνο βιοσυσσώρευσης ύστερα από μακροχρόνια έκθεση. Η επισήμανση αυτή ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τη θωράκιση των τοπικών υποδομών παρακολούθησης και την ανάγκη εξειδικευμένων ελέγχων μετά από περιστατικά καύσης πλαστικών.
Τι έδειξαν οι πρώτες μετρήσεις και ο ρόλος των ανέμων
Μετά το περιστατικό, δεν καταγράφηκαν εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων. Μάλιστα, όπως σημείωσε ο κ. Μελάς, σε ψυχρές χειμωνιάτικες νύχτες στη Θεσσαλονίκη παρατηρούνται συχνότερα ακόμη υψηλότερες τιμές. Καθοριστικός παράγοντας υπήρξαν οι ισχυροί άνεμοι, που αφενός μετέφεραν γρήγορα το νέφος πάνω από την πόλη, αφετέρου συνέβαλαν στην ταχύτερη διάχυση και απομάκρυνση των ρύπων όταν άλλαξε η διεύθυνσή τους και έπαψαν να ωθούν τον καπνό προς το πολεοδομικό συγκρότημα.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί τον κίνδυνο από ουσίες όπως οι διοξίνες και τα φουράνια, οι οποίες δεν αποτυπώνονται στα καθιερωμένα συστήματα μέτρησης και μπορούν να έχουν σωρευτικές επιπτώσεις. Η εμπειρία από διεθνή περιστατικά δείχνει ότι αυτές οι ενώσεις συνδέονται με μακροχρόνιους κινδύνους για την υγεία, άρα η αξιόπιστη αποτίμηση απαιτεί συστηματική παρακολούθηση πέρα από τα βασικά δείγματα ποιότητας αέρα.
Πού υστερούν οι μετρήσεις: σταθμοί αναφοράς και δίκτυα
Στη μητροπολιτική περιοχή λειτουργούν δεκάδες συσκευές μέτρησης από δήμους, ερευνητικές ομάδες και ιδιώτες – πιθανόν πάνω από εκατό. Ωστόσο, οι επίσημοι σταθμοί αναφοράς που πληρούν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές είναι σαφώς λιγότεροι. Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας διαθέτει περίπου οκτώ τέτοιους σταθμούς, ενώ για τον Δήμο Θεσσαλονίκης γίνεται λόγος για αντίστοιχο αριθμό. Παράλληλα, σε αρκετούς ακόμη δήμους λειτουργούν σταθμοί χαμηλότερου κόστους, που παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις αλλά δεν υποκαθιστούν τις μετρήσεις αναφοράς.
| Φορέας | Τύπος σταθμών | Εκτίμηση πλήθους |
|---|---|---|
| Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας | Σταθμοί αναφοράς (ευρωπαϊκών προδιαγραφών) | περίπου οκτώ |
| Δήμος Θεσσαλονίκης | Σταθμοί αναφοράς | αντίστοιχος αριθμός |
| Δήμοι μητροπολιτικής περιοχής / ιδιώτες | Χαμηλού κόστους αισθητήρες | πολλοί (δεκάδες) |
Η διαφοροποίηση μεταξύ «αναφοράς» και «χαμηλού κόστους» έχει πρακτικό αντίκτυπο: οι πρώτοι επιτρέπουν τυποποιημένες μετρήσεις και σύγκριση με τα ευρωπαϊκά όρια, ενώ οι δεύτεροι συμβάλλουν στη χωρική κάλυψη, χωρίς όμως την ίδια αξιοπιστία για εξειδικευμένους ρύπους.
Το διακύβευμα για τους κατοίκους
Για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης το ζήτημα είναι διττό: η άμεση έκθεση κατά τη διάρκεια του επεισοδίου και ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος από ενώσεις που επιμένουν στο περιβάλλον. Ειδικά μετά από πυρκαγιές με καύση πλαστικών, η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα αιωρούμενα σωματίδια. Απαιτείται ολοκληρωμένη εικόνα για ρύπους που δεν ανιχνεύονται από τα υφιστάμενα δίκτυα, καθώς και στοχευμένη παρακολούθηση όπου κρίνεται αναγκαίο.
- Οι μετρήσεις αιωρούμενων σωματιδίων δεν έδειξαν ακραίες τιμές, λόγω και των ισχυρών ανέμων.
- Παραμένει ο κίνδυνος από διοξίνες και φουράνια, που δεν παρακολουθούνται συστηματικά.
- Η ενίσχυση των σταθμών αναφοράς και η συστηματική παρακολούθηση κρίνονται απαραίτητες μετά από τέτοια συμβάντα.
Το περιστατικό στο Ωραιόκαστρο επαναφέρει την ανάγκη συντονισμένης πολιτικής παρακολούθησης για ρύπους υψηλής τοξικότητας. Η έγκαιρη ενημέρωση και η τεκμηριωμένη ανάλυση των δεδομένων θα καθορίσουν τα επόμενα βήματα για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον στη μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Ελλάδας.